Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
γλωσσικό ιδίωμα
- απόδοση: παραλλαγή μικρών αποκλίσεων από την ομιλούμενη κοινή γλώσσα μορφολογικής φύσεως ή λεξιλογική που παρατηρείται τοπικά
- συγγενές: διάλεκτος
- θεματολογία: ‘ Περί Της Ελληνικής Γλώσσης ’
βρίσκω ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο λ της νήσου Καρπάθου





