Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πατερναλιστικός ρόλος
- απόδοση: προστατευτικός υπό μορφή καταπιεστική
- θεματολογία: ‘ Κοινωνική Συμπεριφορά ’
στο εργασιακό περιβάλλον διατηρεί πατερναλιστικό ρόλο για τον εαυτό του





