Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προφασίσθηκε ασθένεια > ανειλημμένη υποχρέωση
- απόδοση: προβάλλω πρόσχημα / που χρησιμοποιεί προκειμένου να δικαιολογηθεί ψεύτικη αιτία
- θεματολογία: ‘ Κοινωνική Συμπεριφορά ’





