Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπάγλου καλλονής > γυμνότητος
- απόδοση: εκπληκτικής ομορφιάς / θαυμάσιας / υπέροχης
- θεματολογία: ‘ Έκφραση - Κινησιολογία - Εμφάνιση ’
ιδιαιτέρως & πληθωρικώς καλοφτιαγμένη γυνή λ καλλονής προσφέρουσα τα κάλλη της έναντι αμοιβής
στο αρχαιολογικό μουσείο εκτίθενται αγάλματα λ γυμνότητος





