Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σεισμική δόνηση
- απόδοση: ταλάντωση του εδάφους οφειλόμενη σε σεισμό με μεγάλη συχνότητα που επιφέρει περιορισμένες ή εκτεταμένες ζημιές στο περιβάλλον
- θεματολογία: ‘ Φύση Περιβάλλουσα ’
τις πρώτες πρωινές ώρες το Καράτσι εδέχθη περιορισμένη λ
του εκτεταμένου πανικού προηγήθηκε ισχυρότατη λ





