Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ωστικό κύμα
- απόδοση: που ωθεί κάτι
- θεματολογία: ‘ Φύση Περιβάλλουσα ’
δέχθηκε την πίεση του ωστικού κύματος & παρουσίασε παραμόρφωση
δέχθηκε την πίεση του ωστικού κύματος & παρουσίασε παραμόρφωση

