Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σωματικός πόνος
- απόδοση: δυσάρεστο συναίσθημα σε όργανο ή σε μέρος του σώματος προερχόμενο από ασθένεια ή τραυματισμό
- θεματολογία: ‘ Κατάσταση & Λειτουργία Σώματος & Ψυχής ’





