Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
γενόσημο φάρμακο
- απόδοση: αντίγραφο πρωτοτύπου σκευάσματος που τίθεται σε παραγωγή μετά την δεκαετή περίοδο της αποκλειστικής κυκλοφορίας από την παραγωγό φαρμακευτική εταιρεία & που διατίθεται σε τιμή προσιτή για το καταναλωτικό κοινό
- θεματολογία: ‘ Κατάσταση & Λειτουργία Σώματος & Ψυχής ’
ο επί θεμάτων υγείας αρμόδιος υπουργός παροτρύνει τους καταναλωτές να προτιμούν αντί των καθιερωμένων τα γενόσημα φάρμακα προκειμένου να συμπιεσθεί το κόστος ζωής





