Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οικειοθελής αναπηρία
- απόδοση: η με τη θέληση του ιδίου
- σχόλιο: ο ενεργών ως γκραβαρίτης που προκαλεί αναπηρία εις εαυτόν ή σε τέκνο του προκειμένου να επιδοθεί κατά τρόπο πειστικό σε επαιτεία
- θεματολογία: ‘ Κατάσταση & Λειτουργία Σώματος & Ψυχής ’
επέλεξε την οικιοθελή αναπηρία προκειμένου να καταστεί πειστικός επαίτης





