Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ένστικτο γενετήσιο > επιβίωσης
- απόδοση: που πηγάζει ή εκδηλώνεται από έμφυτη τάση
- θεματολογία: ‘ Κατάσταση & Λειτουργία Σώματος & Ψυχής ’
ερεθίζουν δια των προκλητικών διαφημίσεων το γενετήσιο ένστικτο των τηλεθεατών αποσκοπώντας στην πώληση αγαθών
η συμπεριφορά του καθορίζεται έντονα από το λ επιβίωσης
κινείται διακατεχόμενος από το λ επιβίωσης





