Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επάρατος νόσος, η
- απόδοση: που θεωρείται καταραμένη
- θεματολογία: ‘ Κατάσταση & Λειτουργία Σώματος & Ψυχής ’
πάσχει από την επάρατη νόσο νοσηλευόμενος από διμήνου σε κλινική του εξωτερικού





