Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οπτικό πεδίο
- απόδοση: ο χώρος που δύναται να βλέπει κάποιος σε δεδομένη στιγμή
- θεματολογία: ‘ Κατάσταση & Λειτουργία Σώματος & Ψυχής ’
ο στόχος βρίσκεται εντός του οπτικού πεδίου έχων την δυνατότητα επιτυχούς βολής





