Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκοπή καρδίας
- απόδοση: παύση της λειτουργίας της καρδιάς προσωρινή ή οριστική μετά θανάτου
- θεματολογία: ‘ Κατάσταση & Λειτουργία Σώματος & Ψυχής ’
ο γιατρός βεβαίωσε πως ο θάνατος προήλθε από λ





