Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραληρώ
- απόδοση: βρίσκομαι σε κατάσταση παραληρήματος / βρίσκομαι σε κατάσταση παροξυσμού / φλυαρώ ασυνάρτητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στη θέα του εθνάρχη το πλήθος παραληρούσε





