Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παροπλίζω
- απόδοση: αφαιρώ εξοπλισμό από πλοίο ώστε να μην έχει δυνατότητα πλεύσεως παραμένοντας αγκυροβολημένο σε λιμάνι / άτομο που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δραστηριότητα / υπάλληλος που έχει τεθεί στο περιθώριο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εργάζεται ως φύλακας σε αμαξοστάσιο που σταθμεύει παροπλισμένο τροχαίο υλικό





