Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαρρηγνύω
- απόδοση: παραβιάζω κλειστό χώρο με σκοπό την κλοπή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διέρρηξε το κοσμηματοπωλείο τις πρώτες πρωινές ώρες αποσπώντας κάθε τι πολύτιμο





