Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τυρβάζω
- απόδοση: που ασχολείται με πολλά συγχρόνως παραμελώντας το κύριο έργο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντιμετωπίζει προβληματική κατάσταση κι ο νους του αλλού τυρβάζει





