Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σχοινοβατώ
- απόδοση: κάνω σχοινοβασία / με παράτολμους χειρισμούς προσπαθώ να ισορροπήσω τις αντιθέσεις τεταμένων καταστάσεων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η Κυβέρνηση σχοινοβατεί μεταξύ των υπερβολικών απαιτήσεων των δανειστών της χώρας & της έντονης δυσφορίας των λαϊκών στρωμάτων





