Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακυβεύω
- απόδοση: αφήνω σοβαρή υπόθεση ή κατάσταση να εξελιχθεί από τυχαίους παράγοντες επειδή δεν δύναμαι ή δεν επιθυμώ να παρέμβω με αποτέλεσμα να τίθεται εν κινδύνω η έκβαση / αφήνω κάτι στην τύχη του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στα πλαίσια των διεθνών ανακατατάξεων διακυβεύονται ύψιστα εθνικά συμφέροντα





