Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θηρεύω
- απόδοση: κυνηγώ / ασχολούμαι με το κυνήγι / επιμόνως επιδιώκω να ικανοποιήσω προσωπική επιθυμία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στοχεύει τι άλλο από το να θηρεύει ηδονές





