Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κοροϊδεύω
- απόδοση: υπερτονίζω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ατόμου ώστε να προκαλέσω γέλωτα ή σχόλια / επωφελούμαι από την ευκολοπιστία ατόμου προκειμένου να τον εξαπατήσω ή να πιστέψει το επιδιωκόμενο / εκφράζομαι με ασέβεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κοροΪδεύει κάθε αλλόθρησκο εκδηλώνοντας έλλειψη σεβασμού στο θρήσκευμα των άλλων





