Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγκυμονώ
- απόδοση: κυοφορώ / είμαι έγκυος / κρύβω εντός μου κάτι το κακό που διαρκώς αναπτύσσεται & αναμένεται να εκδηλωθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο επιβαλλόμενος τραπεζικός δανεισμός με τους όρους που συζητείται εγκυμονεί πολλούς κινδύνους





