Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διολισθαίνω
- απόδοση: ακολουθώ καθοδική πορεία αργή & όχι απαραίτητα αντιληπτή / χάνω μέρος της αξίας μου έναντι άλλων με αργό ρυθμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι αστοί της χώρας διολίσθησαν σε σφάλματα & ακολούθως ως εκπεπτωκότες «εσίγησαν» δια παντός
τελευταία το ευρώ διολισθαίνει έναντι των λοιπών ισχυρών νομισμάτων





