Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συντρέχω
- απόδοση: προσφέρω συμπαράσταση υλικής ή ηθικής μορφής / συντείνω / συμβάλλω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν συντρέχει λόγος
√ απόδοση: δεν υπάρχει κανένας λόγος





