Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπλέω
- απόδοση: προκειμένου για πλοίο που πλέει μαζί με άλλο που έχει την ίδια πορεία / έχω τις ίδιες απόψεις με άλλο άτομο ακολουθώντας την αυτή τακτική για την εφαρμογή τους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βέβαιον ότι συμπλέουν σε ιδεολογικά θέματα





