Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μηχανορραφώ
- απόδοση: επινοώ μεθοδεύσεις & ενεργώ στρεφόμενος εναντίον κάποιου με δολιότητα & μυστικότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προκειμένου να εξουδετερώσει τον πολιτικό του αντίπαλο μηχανορραφεί κατά κόρον





