Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερχειλίζω
- απόδοση: ξεχειλίζω / δέχομαι μέγεθος σε ποσότητα ή σε όγκο περισσότερο από το δυνάμενο να δεχθώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συμπεριφέρθηκε εσφαλμένα διότι υπερχείλισε ο νους του από σκέψεις





