Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσελκύω
- απόδοση: φέρνω κάτι κοντά μου με το μέρος μου ή προς το μέρος μου / δελεάζω / αποσπώ το ενδιαφέρον & την προσοχή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η εικόνα του ακρωτηριασμένου επαίτη προσέλκυε την προσοχή των περαστικών





