Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγχέω
- απόδοση: δεν έχω σαφή εικόνα ή αντίληψη / δεν διακρίνω το συναφές / μπερδεύω τις καταστάσεις / δεν έχω καλή μνήμη / δεν διακρίνω το υλικό από το νοητό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συγχέει εύκολα ονόματα & χρονολογίες
τον συγχέει με το αδελφό του λόγω ομοιότητος





