Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαγκιστρώνω
- απόδοση: απαλλάσσω από ανεπιθύμητη εξάρτηση / κάνω ελιγμό ώστε να αποφύγω αποκλεισμό από εχθρικές δυνάμεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως ενήλικος στάθηκε αδύνατον να απαγκιστρωθεί από το οικογενειακό περιβάλλον





