Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποξέω
- απόδοση: αφαιρώ με ξύσιμο από επιφάνεια κάποιο υλικό / κάνω απόξεση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο γυναικολόγος διαβεβαίωσε τους οικείους ότι κατά την επέμβαση απόξεσε τη μήτρα της παθούσης επαρκώς





