Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κωλύω
- απόδοση: παρεμποδίζω / αδυνατώ λόγω αντικειμενικών δυσκολιών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κωλύομαι να παρευρεθώ στην συνάντηση των παλαιών συμπολεμιστών
με κωλύει σοβαρό πρόβλημα επαγγελματικής φύσεως





