Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συναγελάζομαι
- απόδοση: προκειμένου για ζώο που ζει σε αγέλη / το να συναναστρέφομαι ανθρώπους χαμηλού κοινωνικού επιπέδου ή να αποδέχομαι συνθήκες που μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συχνάζει σε καταγώγιο συναγελαζόμενος με περιθωριακά άτομα





