Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλεονεκτώ
- απόδοση: βρίσκομαι σε καλύτερη θέση ή κατάσταση / υπερέχω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα λεωφορεία νέας τεχνολογίας πλεονεκτούν σε σχέση μα τα παλαιότερα





