Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αμφισβητώ
- απόδοση: εκφράζω αντιρρήσεις για την ορθότητα ή την εγκυρότητα πράγματος / προκειμένου για κάτι που δεν γίνεται ευρέως αποδεκτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επί των ημερών μας αμφισβητούνται ευρέως οι κοινωνικές αξίες
ουδείς αμφισβητεί τις αγαθές του προθέσεις





