Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θερμαίνω
- απόδοση: αυξάνω τη θερμοκρασία σώματος στο επιθυμητό επίπεδο / παράγω θερμότητα & την εκπέμπω / δημιουργώ κλίμα θαλπωρής / προκαλώ ψυχική τόνωση / δίνω ένταση & ζωηρότητα σε κάτι
- αντίθετο: ψύχω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η παρουσία τους έργου τέχνης θέρμανε την ψυχρή ατμόσφαιρα του γραφείου





