Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναμοχλεύω
- απόδοση: οξύνω ξεχασμένη κατάσταση / ανακινώ κάτι / με τις ενέργειές μου φέρνω στην επικαιρότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η τηλεοπτική εκπομπή αναμοχλεύει μίση που δίχασαν κάποτε τον Ελληνικό Λαό





