Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναστέλλω
- απόδοση: διακόπτω προσωρινά / προκειμένου για προσωρινή διακοπή βάσει νόμου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανεστάλη η έκδοση της κυριακάτικης εφημερίδος που τον συντρόφευε επί σειρά δεκαετιών





