Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναταράσσω
- απόδοση: αναταράζω / ανακατεύω / προκαλώ δονήσεις δια βιαίων κινήσεων / συνταράσσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το συμβάν του ανατάραξε τα τρίσβαθα της ψυχής του





