Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προφασίζομαι
- απόδοση: προβάλλω κάποιο πρόσχημα συνήθως ψεύτικη αιτία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προφασιζόμενος οικογενειακές υποχρεώσεις αποφεύγει την κοινωνική συναναστροφή με τα εν λόγω άτομα





