Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απομυζώ
- απόδοση: αφαιρώ ρουφώντας ή βυζαίνοντας / εκμεταλλεύομαι εξαντλώ κάτι αφαιρώντας δυνάμεις με τρόπο επιλήψιμο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πλήθος ανήθικων στοιχείων απομυζούν το Δημόσιο





