Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
γενικεύω
- απόδοση: ό,τι ισχύει σε περιορισμένη κλίμακα το επεκτείνω σε ευρύτερο σύνολο / αυξάνω το εύρος εννοίας περιορίζοντας το βάθος αυτής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να καταλήγει σε συμπεράσματα γενικεύοντας κατά τρόπον αυθαίρετο





