Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασφαλίζω
- απόδοση: λαμβάνω μέτρα προκειμένου να προστατεύσω κάτι από κινδύνους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα λαμβανόμενα μέτρα διασφαλίζουν επαρκώς τα σύνορα με την γείτονα χώρα εξ ανατολών





