Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαμαρτύρομαι
- απόδοση: εκδηλώνω δια του λόγου ή δια των πράξεων άρνηση αποδοκιμασία για κάτι που με αφορά & θεωρώ άδικο ή παράνομο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η δοκιμαζόμενη μεσαία τάξη διαμαρτύρεται εντόνως για την βαρύτατη φορολογική επιβάρυνση





