Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διοικώ
- απόδοση: ασκώ διοίκηση στο στράτευμα ή σε δημοσίου δικαίου επιχείρηση ή οργανισμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ικανός ταγματάρχης που διοικεί επιτυχώς επί διετία & πλέον τάγμα καταδρομέων στην ελληνοτουρκική μεθόριο





