Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κρύπτω
- απόδοση: αποκρύπτω / σκεπάζω / φυλάγω / συγκαλύπτω / κρατώ κάτι αφανέρωτο / βρίσκω καταφύγιο / εξαφανίζω / κάνω κάτι να χαθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έκρυψεν επιμελώς τα ελκυστικά εδέσματα από το λαίμαργο παιδί
τα πυκνά σύννεφα στάθηκαν ικανά να κρύψουν εντελώς τον ήλιο





