Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκκολάπτω
- απόδοση: προκαλώ την έξοδο νεοσσού από το αυγό ωοτόκου πλάσματος / διαμορφώνομαι & ωριμάζω υπό την επίδραση περιβάλλοντος / προκειμένου για πρόσωπο που ετοιμάζεται να αποκτήσει ιδιότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στο προαναφερθέν φιλοσοφικό καφενείο εκκολάπτονται λαμπρές ιδέες & διαμορφώνονται σπουδαίοι διανοούμενοι





