Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επωμίζομαι
- απόδοση: αναλαμβάνω κάτι το δύσκολο αποδεχόμενος την επιβάρυνση από τις σχετικές συνέπειες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ρυπαίνουσα βιομηχανία επωμίσθηκε τη δαπάνη προστασίας του περιβάλλοντος διερχόμενου ποταμού παραπλεύρως των εγκαταστάσεων





