Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εστιάζω
- απόδοση: συγκεντρώνων φωτεινή δέσμη ή ροή σωματιδίων σε κάποιο σημείο με χρήση οπτικών ή ηλεκτρομαγνητικών μέσων / ανθρώπινη δραστηριότητα ή ενέργεια την κατευθύνω σε κάτι ως επίκεντρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λόγω χαρακτήρος εστιάζει το ενδιαφέρον του σε ασήμαντα πράγματα





