Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τρέπω
- απόδοση: κάνω κάτι να αλλάξει πορεία ή να κατευθυνθεί αλλού / κατευθύνω άτομο ή σύνολο σε ορισμένο τρόπο ζωής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι κραυγές της γυναίκας έτρεψαν σε φυγή τον επίδοξο κλέπτη





